Pre Loader

Ενεργειακά Αποδοτικά Κτίρια στην ΕΕ: Η EPBD 2024, τα Εθνικά Σχέδια Ανακαίνισης και οι Προκλήσεις της Μετάβασης στην Ελλάδα

Σε άρθρο της στο Εργοληπτικόν Βήμα με τίτλο «Ενέργεια και κτίρια: Το νέο τοπίο εξοικονόμησης και βιωσιμότητας», η Ιωάννα Σούκα, αναλύτρια ενεργειακής πολιτικής, αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο των κτιρίων στην ενεργειακή μετάβαση και τη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο.

Τα κτίρια ευθύνονται για περίπου το 40% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας και το 36% των εκπομπών CO₂ στην ΕΕ, γεγονός που τα καθιστά κομβικό τομέα για την επίτευξη της κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050. Η νέα Οδηγία για την Ενεργειακή Απόδοση των Κτιρίων (EPBD 2024/1275), που τέθηκε σε ισχύ τον Μάιο του 2024,  υποχρεώνει τα κράτη μέλη να υποβάλουν τα τελικά Εθνικά Σχέδια Ανακαίνισης Κτιρίων μέχρι το τέλους του 2026. Τα σχέδια αυτά δεν αποτελούν απλές διοικητικές υποχρεώσεις, αλλά στρατηγικούς οδικούς χάρτες για την επιτάχυνση των ανακαινίσεων, τη μείωση της κατανάλωσης και την ενσωμάτωση βιώσιμων τεχνολογιών, με σαφείς προβλέψεις για χρηματοδότηση, τεχνική υποστήριξη και αναβάθμιση δεξιοτήτων.

Στην Ελλάδα, τα προγράμματα «Εξοικονομώ» και «Προώθηση της ενεργειακής απόδοσης» για τον τριτογενή τομέα και τις Δημόσιες Επιχειρήσεις Ύδρευσης Άρδευσης (ΔΕΥΑ) κινούνται προς μια πιο ολιστική προσέγγιση, ενσωματώνοντας κριτήρια βιωσιμότητας και κυκλικής οικονομίας. Ωστόσο, καθυστερήσεις, μη ρεαλιστικές παράμετροι και η απουσία δομών ενημέρωσης και τεχνικής υποστήριξης, όπως one stop shops, περιορίζουν την αποτελεσματικότητά τους, ιδίως σε ένα περιβάλλον υψηλής ενεργειακής φτώχειας.

Παράλληλα, η απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα καθίσταται αναγκαία. Η σταδιακή κατάργηση των ενισχύσεων για καυστήρες ορυκτών καυσίμων από το 2025 και η έναρξη λειτουργίας του νέου Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών για κτίρια και μεταφορές (ΣΕΔΕ 2) από το 2028 καθιστούν αναγκαία τη στροφή σε καθαρές τεχνολογίες όπως οι αντλίες θερμότητας και οι ηλιακοί θερμοσίφωνες. Ο συνδυασμός τους με φωτοβολταϊκά ενισχύει την ενεργειακή αυτονομία, ενώ η αυτοπαραγωγή και οι ενεργειακές κοινότητες παραμένουν βασικά εργαλεία εκδημοκρατισμού της ενέργειας, παρά τις ρυθμιστικές και τεχνικές προκλήσεις που εξακολουθούν να υφίστανται.

Η μετάβαση αυτή συνδέεται άμεσα με την ανάγκη για έξυπνη διαχείριση της ζήτησης και εγκατάσταση έξυπνων μετρητών, ώστε τα κτίρια να λειτουργούν όχι μόνο ως καταναλωτές αλλά και ως ενεργά στοιχεία ενός ευέλικτου ενεργειακού συστήματος. Τέλος, η ενεργειακή αναβάθμιση του κτιριακού αποθέματος συνιστά σημαντική επαγγελματική ευκαιρία για τον τεχνικό και εργοληπτικό κλάδο, απαιτώντας νέες δεξιότητες, πιστοποίηση και στενή συνεργασία με ενεργειακούς φορείς, ώστε η πράσινη μετάβαση να είναι ταυτόχρονα βιώσιμη και κοινωνικά δίκαιη.

Διαβάστε το πλήρες άρθρο που δημοσιεύτηκε στο Εργοληπτικόν Βήμα (Τεύχος 146) εδώ.