Τα σχέδια για έρευνα και πιθανή εξόρυξη ορυκτού αερίου νότια της Πελοποννήσου και της Κρήτης θέτουν σε κίνδυνο ευάλωτα θαλάσσια θηλαστικά, ενώ παράλληλα εγείρουν ερωτήματα σχετικά με τις κλιματικές δεσμεύσεις της Ελλάδας και τα πιθανολογούμενα οικονομικά οφέλη. Σε άρθρο του nd-aktuell.de, ο Νίκος Μάντζαρης, συνιδρυτής και επικεφαλής αναλυτής πολιτικής του Green Tank, εξηγεί γιατί η εκμετάλλευση κοιτασμάτων ορυκτού αερίου θα μπορούσε να υπονομεύσει την πορεία της χώρας προς την κλιματική ουδετερότητα.
Το άρθρο, με τίτλο «Ελλάδα: Η ηχορύπανση απειλεί τις φάλαινες», εξετάζει τα σχέδια της αμερικανικής ενεργειακής εταιρείας Chevron και της ελληνικής Helleniq Energy για τη διενέργεια σεισμικών ερευνών σε τέσσερις υπεράκτιες παραχωρήσεις, συνολικής έκτασης περίπου 47.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Οι έρευνες, που αναμένεται να ξεκινήσουν το 2026, βασίζονται στη χρήση ισχυρών ηχητικών παλμών κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, προκειμένου να χαρτογραφηθούν οι γεωλογικοί σχηματισμοί του υπεδάφους.
Νέα κοιτάσματα ορυκτού αερίου και κλιματικοί στόχοι
Ο Νίκος Μάντζαρης αναδεικνύει την αντίφαση ανάμεσα στην ανάπτυξη νέων κοιτασμάτων ορυκτού αερίου και στη δέσμευση της Ελλάδας για επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050. Ακόμη και αν οι έρευνες εντοπίσουν εμπορικά εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα, η παραγωγή δεν αναμένεται να ξεκινήσει πριν από τη δεκαετία του 2030. Καθώς τα κοιτάσματα ορυκτού αερίου σχεδιάζονται συνήθως για διάρκεια λειτουργίας 20–30 ετών, η εκμετάλλευσή τους θα μπορούσε να συνεχιστεί πολύ πέρα από το 2050.
Παράλληλα, ο Νίκος Μάντζαρης θέτει υπό αμφισβήτηση το κατά πόσο η εξόρυξη ορυκτού αερίου στις ελληνικές θάλασσες, αν και εφόσον τελεσφορήσει, θα αποφέρει πράγματι τα υποσχόμενα οφέλη στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τις συμβάσεις παραχώρησης, το αέριο δεν θα ανήκει στην Ελλάδα αλλά στις εταιρείες, οι οποίες θα πωλούν το παραγόμενο αέριο σε αγοραστές είτε στην Ελλάδα είτε σε άλλες χώρες, σε τιμές αγοράς. Το ελληνικό Δημόσιο θα εισπράττει δικαιώματα εκμετάλλευσης, και φόρους επί των κερδών με την προϋπόθεση ότι αυτά υπάρχουν .
Συνεπώς, όπως επισημαίνει στο άρθρο, ακόμη και αν το ορυκτό αέριο εξορύσσεται από ελληνικά κοιτάσματα και καταναλώνεται στην Ελλάδα, οι Έλληνες καταναλωτές θα εξακολουθούν να πληρώνουν τιμές που διαμορφώνονται στην ευρωπαϊκή αγορά.
Το άρθρο αναδεικνύει επίσης τον ρόλο των μονάδων καύσης με ορυκτό αέριο στις εκπομπές του τομέα ηλεκτροπαραγωγής στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τον Νίκο Μάντζαρη, οι μονάδες αυτές ευθύνονται ήδη για σχεδόν το 60% των εκπομπών του τομέα ηλεκτροπαραγωγής, οδηγώντας στην υπέρβαση του προϋπολογισμού εκπομπών CO₂ που προβλέπει το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα.
Η προοπτική υπεράκτιων εξορύξεων ορυκτού αερίου εγείρει, επομένως, ερωτήματα που υπερβαίνουν τους περιβαλλοντικούς κινδύνουςγια τα θαλάσσια οικοσυστήματα: κατά πόσο οι νέες εξορυκτικές δραστηριότητες στην Ελλάδα είναι συμβατές με τους κλιματικούς στόχους της Ελλάδας, όπως αυτοί αποτυπώνονται στο Εθνικό Κλιματικό Νόμο, και ποια θα είναι τα πραγματικά οικονομικά οφέλη για την εθνική οικονομία και τους πολίτες.
Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο [στα γερμανικά] στο nd-aktuell.de εδώ.
Διαβάστε την μετάφραση του άρθρου παρακάτω:
Ελλάδα: Όχληση για τις φάλαινες
Οι έρευνες για ορυκτό αέριο αναμένεται να ξεκινήσουν νότια της Πελοποννήσου και της Κρήτης, απειλώντας σπάνια θαλάσσια θηλαστικά.
Η αναζήτηση πετρελαίου και αερίου μεταφέρεται όλο και περισσότερο στη θάλασσα. Σύμφωνα με το Global Energy Monitor, το 2024 το 85% της αναμενόμενης παραγωγής από νέα κοιτάσματα πετρελαίου και αερίου που είχαν ανακαλυφθεί παγκοσμίως αφορούσε δέκα υπεράκτια κοιτάσματα. Οι οικολογικές επιπτώσεις των έργων πετρελαίου και αερίου στη θάλασσα εμφανίζονται πολύ πριν αρχίσει ενδεχομένως η εξόρυξη. Ήδη από το στάδιο της αναζήτησης κατάλληλων κοιτασμάτων πραγματοποιούνται σεισμικές έρευνες.
Στην Ελλάδα, τέτοιες έρευνες για τον εντοπισμό κοιτασμάτων ορυκτού αερίου αναμένεται να ξεκινήσουν μέσα στο 2026. Ο αμερικανικός ενεργειακός όμιλος Chevron και η ελληνική ενεργειακή εταιρεία Helleniq Energy, στην οποία συμμετέχει το ελληνικό Δημόσιο, έχουν εξασφαλίσει παραχωρήσεις για τέσσερις υπεράκτιες περιοχές νότια της Πελοποννήσου και της Κρήτης. Η Chevron συμμετέχει στο έργο με ποσοστό 70% και αναλαμβάνει τον ρόλο του διαχειριστή, ενώ το υπόλοιπο 30% ανήκει στη Helleniq Energy. Οι παραχωρημένες περιοχές καλύπτουν συνολικά περίπου 47.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα.
Βιότοπος για φάλαινες
Οι σχεδιαζόμενες έρευνες αφορούν μια περιοχή της Μεσογείου ιδιαίτερα σημαντική για τα θαλάσσια θηλαστικά. Στην Ελληνική Τάφρο, μια βαθιά υποθαλάσσια τάφρο ανάμεσα στο Ιόνιο Πέλαγος και τη Ρόδο, ζουν απειλούμενοι φυσητήρες και ζιφιοί του Cuvier. Οι εκτιμήσεις για το μέγεθος του πληθυσμού των φυσητήρων στην ανατολική Μεσόγειο διαφέρουν: το 2022, η OceanCare υπολόγιζε ότι ανέρχονταν σε περίπου 200–250 άτομα, ενώ το Ινστιτούτο Κητολογικών Ερευνών «Πέλαγος» σε 110–150.
Όσο τα ηχητικά κανόνια ήταν ενεργά, καταγράφηκαν 70% λιγότερες φωνές πτερυγιοφαλαινών σε σύγκριση με περιόδους μικρότερης ηχορύπανσης.
Για τους φυσητήρες, η Ελληνική Τάφρος αποτελεί σημαντική περιοχή αναζήτησης τροφής. Τα ζώα καταδύονται συνήθως σε βάθη από μερικές εκατοντάδες έως και 2.000 μέτρα για να κυνηγήσουν χταπόδια και καλαμάρια. Ως οι μεγαλύτερες οδοντοφάλαινες στον κόσμο, προσανατολίζονται με τη βοήθεια κλικ, τα οποία χρησιμοποιούν και για τον εντοπισμό της τροφής τους. Συγκεκριμένες ακολουθίες κλικ, γνωστές ως codas, χρησιμεύουν επίσης στην επικοινωνία τους. Μελέτη του 2023 διαπίστωσε γενετικές διαφορές μεταξύ των φυσητήρων της Μεσογείου και εκείνων του Βόρειου Ατλαντικού. Καθώς πρόκειται για έναν μικρό και διακριτό πληθυσμό και η Ελληνική Τάφρος αποτελεί βασικό βιότοπό του, τυχόν περαιτέρω απώλειες μπορεί να έχουν ιδιαίτερα σοβαρές συνέπειες.
Τα βαθιά νερά της περιοχής χρησιμοποιούνται και από τους ζιφιούς του Cuvier. Η αναγνώριση της περιοχής ως Σημαντικής Περιοχής για τα Θαλάσσια Θηλαστικά (Important Marine Mammal Area – IMMA) υπογραμμίζει τη σημασία της για τα συγκεκριμένα είδη.
Το WWF Ελλάς χαρακτηρίζει την περιοχή καταφύγιο για φάλαινες και δελφίνια. «Εδώ, τα θαλάσσια θηλαστικά εξακολουθούν να βρίσκουν κατάλληλο βιότοπο σε μια Μεσόγειο που επιβαρύνεται ολοένα περισσότερο», δηλώνει ο Γιώργος Χασιώτης, επικεφαλής νομικός σύμβουλος της οργάνωσης. Για τον λόγο αυτό, είναι απαραίτητη η προστασία των θαλάσσιων θηλαστικών από τις γεωτρήσεις πετρελαίου και αερίου, τις σεισμικές έρευνες και τη ρύπανση, «ώστε να διατηρηθούν αυτοί οι απειλούμενοι πληθυσμοί και να υποστηριχθεί η ανάκαμψη των θαλάσσιων οικοσυστημάτων στα ελληνικά ύδατα».
Ωστόσο, οι σχεδιαζόμενες σεισμικές έρευνες θα εκθέσουν τις φάλαινες σε μια συγκεκριμένη επιβάρυνση: τον υποθαλάσσιο θόρυβο. Τα ερευνητικά πλοία χρησιμοποιούν τα λεγόμενα ηχητικά κανόνια (airguns), τα οποία εκπέμπουν σε σύντομα χρονικά διαστήματα ισχυρούς ηχητικούς παλμούς. Οι παλμοί διαπερνούν τον θαλάσσιο πυθμένα και ανακλώνται στα πετρώματα. Με βάση τα δεδομένα που συλλέγονται, δημιουργούνται στη συνέχεια απεικονίσεις των γεωλογικών δομών κάτω από τον πυθμένα.
Διαταραχή της επικοινωνίας
Καθώς οι φάλαινες επικοινωνούν κυρίως μέσω του ήχου, οι ηχητικοί παλμοί μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τον προσανατολισμό και την αναζήτηση τροφής. «Στις σοβαρότερες επιπτώσεις συγκαταλέγονται οι προσωρινές ή μόνιμες βλάβες στην ακοή, οι οποίες μπορούν να περιορίσουν την ικανότητα των ζώων να επικοινωνούν, να προσανατολίζονται, να αποφεύγουν κινδύνους και να εντοπίζουν τη λεία τους», εξηγεί ο Χασιώτης από το WWF. «Η έκθεση στον σεισμικό θόρυβο μπορεί επίσης να προκαλέσει σημαντικές αλλαγές στη συμπεριφορά τους, διαταράσσοντας, για παράδειγμα, τη διατροφή, τις περιόδους ανάπαυσης, τις καταδύσεις και τα μεταναστευτικά τους πρότυπα».
Μελέτες από άλλες θαλάσσιες περιοχές καταγράφουν τις επιπτώσεις στις φάλαινες. Έρευνα που δημοσιεύθηκε το 2026 στο επιστημονικό περιοδικό Scientific Reports ανέλυσε 63 ημέρες υποθαλάσσιων ηχογραφήσεων κατά τη διάρκεια σεισμικής έρευνας στα ανοιχτά της βορειοδυτικής Ισπανίας. Όσο τα ηχητικά κανόνια ήταν ενεργά, καταγράφηκαν κατά μέσο όρο 70% λιγότερες φωνές πτερυγιοφαλαινών σε σύγκριση με τις περιόδους ησυχίας. Ακόμη και μετά τη διόρθωση για πιθανές φωνές που καλύφθηκαν από τον θόρυβο, η μείωση έφτανε το 52%. Δεν κατέστη σαφές αν τα ζώα φώναζαν λιγότερο ή αν απομακρύνονταν από την περιοχή.
Έκθεση που συνέταξε το 2023 η OceanCare για τη Σύμβαση του ΟΗΕ για τη Διατήρηση των Μεταναστευτικών Ειδών Άγριας Πανίδας (CMS) υπολογίζει τη στάθμη ηχητικής πηγής των σεισμικών ηχητικών κανονιών —δηλαδή την ένταση του ήχου σε άμεση γειτνίαση με την πηγή— σε περίπου 260 ντεσιμπέλ. Για σύγκριση, κατά την πασσαλόμπηξη θεμελίων υπεράκτιων αιολικών πάρκων, ένα υδραυλικό σφυρί με ενέργεια κρούσης 1.000 κιλοτζάουλ αναφέρεται ότι παράγει περίπου 237 ντεσιμπέλ, ενώ ένα φορτηγό πλοίο 192 ντεσιμπέλ σε συγκεκριμένη περιοχή συχνοτήτων. Ωστόσο, σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης, οι τιμές αυτές είναι συγκρίσιμες μόνο σε περιορισμένο βαθμό, λόγω των διαφορετικών χαρακτηριστικών του ήχου. Τα πλοία παράγουν κυρίως συνεχή θόρυβο, ενώ τα ηχητικά κανόνια και οι εργασίες πασσαλόμπηξης προκαλούν επαναλαμβανόμενους παλμούς. Ο βαθμός επιβάρυνσης των θαλάσσιων θηλαστικών εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από τη συχνότητα, τη διάρκεια και την επανάληψη του ήχου, καθώς και από την απόσταση από την πηγή.
Νομικές επιφυλάξεις
Πέρα από τις πιθανές επιπτώσεις στα ζώα, τίθεται και το ερώτημα αν οι περιβαλλοντικές αξιολογήσεις τέτοιων έργων ανταποκρίνονται στις νομικές απαιτήσεις. Ο Φραντσέσκο Μαλέτο, νομικός στην περιβαλλοντική οργάνωση ClientEarth, επικρίνει το γεγονός ότι οι περιβαλλοντικές αξιολογήσεις προηγούμενων έργων πετρελαίου και αερίου στην Ελλάδα βασίστηκαν εν μέρει σε παρωχημένα δεδομένα. Όπως επισημαίνει, στις σεισμικές έρευνες δεν πραγματοποιήθηκαν επαρκώς οι αξιολογήσεις που απαιτεί η ευρωπαϊκή νομοθεσία. Για τον λόγο αυτό, η ClientEarth υπέβαλε το 2023 καταγγελία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, από κοινού με το WWF Ελλάς και την Greenpeace Ελλάδας. Η καταγγελία παραμένει υπό εξέταση. Σύμφωνα με τον Μαλέτο, δεν στρέφεται κατά των νέων παραχωρήσεων της Chevron, ωστόσο τα διαρθρωτικά προβλήματα που αναδεικνύει ενδέχεται να αφορούν και άλλες διαδικασίες αδειοδότησης.
Σε ερώτηση για το θέμα, η Chevron παρέπεμψε στις γενικές αρχές της εταιρείας. «Όπου κι αν δραστηριοποιείται η Chevron, προτεραιότητά μας είναι η προστασία των εργαζομένων μας, των κοινοτήτων, του περιβάλλοντος και των εγκαταστάσεών μας», δήλωσε εκπρόσωπος της εταιρείας. «Πολιτική της εταιρείας είναι να συμμορφώνεται με όλες τις ισχύουσες κανονιστικές απαιτήσεις και τους όρους των αδειών». Η δήλωση δεν διευκρινίζει ποια συγκεκριμένα μέτρα προβλέπονται για την προστασία των θαλάσσιων θηλαστικών, όπως η ακουστική παρακολούθηση ή η διακοπή των ερευνών σε περίπτωση εντοπισμού φαλαινών.
Το εύρος των πιθανών κινδύνων για την άγρια ζωή αναδεικνύει μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο του 2026 στο επιστημονικό περιοδικό Ethics in Science and Environmental Politics. Οι ερευνητές ανέλυσαν αμφιλεγόμενες περιπτώσεις από τη Μεσόγειο, στις οποίες δεν τηρήθηκαν καθιερωμένα μέτρα προστασίας για τον περιορισμό των επιβλαβών επιπτώσεων στη θαλάσσια μεγαπανίδα της περιοχής — μεταξύ άλλων, στις φάλαινες, τα δελφίνια, τις φώκιες και τις θαλάσσιες χελώνες. Το συμπέρασμά τους ήταν το εξής: «Ακόμη κι αν αυτές οι παραλείψεις δεν συνιστούν σαφώς παραβίαση νομικών υποχρεώσεων, μαρτυρούν ανήθικη συμπεριφορά».
Σε αντίθεση με τους κλιματικούς στόχους
Ο Νίκος Μάντζαρης, συνιδρυτής και επικεφαλής αναλυτής πολιτικής του The Green Tank, θεωρεί ότι τα σχεδιαζόμενα έργα εξόρυξης ορυκτού αερίου έρχονται επίσης σε σύγκρουση με τους κλιματικούς στόχους της Ελλάδας. Σε ευθυγράμμιση με τους στόχους της ΕΕ, η χώρα έχει δεσμευτεί να επιτύχει κλιματική ουδετερότητα έως το 2050. Ακόμη κι αν οι σχεδιαζόμενες σεισμικές έρευνες εντοπίσουν εμπορικά εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα αερίου, η παραγωγή δεν αναμένεται να ξεκινήσει πριν από τη δεκαετία του 2030, επισημαίνει ο Μάντζαρης. Τα κοιτάσματα αερίου σχεδιάζονται συχνά για περίοδο λειτουργίας 20 έως 30 ετών. «Επομένως, μια νέα εξόρυξη θα συνεχιζόταν πολύ πέρα από το 2050», προειδοποιεί.
Αντίθετα, η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη αιτιολογεί την αναζήτηση νέων κοιτασμάτων με τον στόχο της ενίσχυσης της ενεργειακής ανεξαρτησίας της χώρας. Η Ελληνική Διαχειριστική Εταιρεία Υδρογονανθράκων και Ενεργειακών Πόρων εκτίμησε το 2024 ότι το δυναμικό των αποθεμάτων αερίου στις ελληνικές θαλάσσιες περιοχές ανέρχεται σε περίπου 680 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα — ποσότητα που, σε θεωρητικό επίπεδο, θα επαρκούσε για περίπου 100 χρόνια με βάση την τρέχουσα κατανάλωση, η οποία ανέρχεται σε περίπου έξι δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα ετησίως.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον Μάντζαρη, δεν είναι βέβαιο ότι το αέριο θα αξιοποιηθεί για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών της Ελλάδας. «Σύμφωνα με τις συμβάσεις παραχώρησης, το αέριο ανήκει στις εταιρείες, οι οποίες μπορούν να το πωλούν σε οποιονδήποτε αγοραστή, στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό, σε τιμές αγοράς», σημειώνει. Το ελληνικό Δημόσιο εισπράττει δικαιώματα και τέλη από την εξόρυξη, αλλά δεν έχει εγγυημένο δικαίωμα να απαιτήσει τη διάθεση του αερίου στην εγχώρια αγορά. «Οι Έλληνες καταναλωτές θα εξακολουθούσαν να πληρώνουν τις ευρωπαϊκές τιμές αγοράς».
Ο Μάντζαρης ασκεί κριτική στην εξόρυξη ορυκτού αερίου και από κλιματική σκοπιά. Όπως επισημαίνει, οι μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με καύσιμο αέριο ευθύνονται ήδη για σχεδόν το 60% των εκπομπών του τομέα ηλεκτροπαραγωγής. Ο ίδιος θεωρεί ότι αυτός είναι ο «κύριος λόγος για τον οποίο ο τομέας υπερβαίνει τον προϋπολογισμό εκπομπών CO₂ που προβλέπεται στην εθνική νομοθεσία για το κλίμα». Τα νέα κοιτάσματα θα μπορούσαν να παραμείνουν σε λειτουργία για πολλά χρόνια μετά το 2050, με επιπτώσεις τόσο στους βιότοπους των θαλάσσιων θηλαστικών όσο και στον στόχο της Ελλάδας για κλιματική ουδετερότητα.

