Η χρηματοδότηση της μετάβασης των λιγνιτικών περιοχών πρέπει να συνεχιστεί και στην επόμενη προγραμματική περίοδο 2028-2034. Αυτό τόνισε μεταξύ άλλων η Ιόλη Χριστοπούλου στην εκδήλωση με τίτλο «Η Πολιτική Συνοχής στην Προγραμματική Περίοδο 2028–2034 | Σχέδιο Εθνικής και Περιφερειακής Εταιρικής Σχέσης» που διοργανώθηκε από τη Γενική Γραμματεία ΕΣΠΑ του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών στις 9 Ιουλίου 2026 στο Ωδείο Αθηνών.
Η εκδήλωση σηματοδοτεί την έναρξη της διαβούλευσης για την Πολιτική Συνοχής της νέας προγραμματικής περιόδου 2028–2034 της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εντάσσεται στη διαδικασία διαμόρφωσης των εθνικών και περιφερειακών αναπτυξιακών προτεραιοτήτων της χώρας, καθώς και της κατάρτισης του Εθνικού και Περιφερειακού Σχεδίου Εταιρικής Σχέσης για την περίοδο 2028–2034.
Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του συντονιστή της συζήτησης, δημοσιογράφου Θοδωρή Γεωργακόπουλου, η Ιόλη Χριστοπούλου τόνισε ότι ο μετασχηματισμός των λιγνιτικών περιοχών δεν έχει – και δεν θα μπορούσε να έχει – ολοκληρωθεί. Η Ελλάδα μπορεί να ήταν από τα κράτη-μέλη που αξιοποίησαν γρήγορα το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης και έχει ήδη δεσμεύσει μεγάλο μέρος των πόρων για δράσεις. Όμως η απορρόφηση παραμένει χαμηλή και η αποκατάσταση των λιγνιτικών εδαφών προχωρά αργά. Αυτό εξηγεί, σε μεγάλο βαθμό, γιατί η ανεργία και το τοπικό ΑΕΠ, ιδιαίτερα στη Δυτική Μακεδονία, δεν έχουν ακόμη βελτιωθεί. Συνεπώς, η μετάβαση των λιγνιτικών περιοχών πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα στην επόμενη προγραμματική περίοδο από την Ελλάδα.
Ειδικότερα πρότεινε να καταρτιστεί διακριτό Κεφάλαιο για τη Δίκαιη Μετάβαση των λιγνιτικών περιοχών το οποίο να συμπεριληφθεί στο Σχέδιο Εθνικής και Περιφερειακής Εταιρικής Σχέσης (ΣΕΠΕΣ ή NRPP) της Ελλάδας, όπως άλλωστε ήδη προτείνουν και οι τρεις Επιτροπές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (BUDG, REGI, AGRI) οι οποίες χειρίζονται εκ μέρους του Κοινοβουλίου τον σχετικό Κανονισμό.
Εξειδικεύοντας ακόμα περισσότερο, πρότεινε αυτό το κεφάλαιο να βασιστεί στους ίδιους άξονες προτεραιότητες που περιλαμβάνουν τα Εδαφικά Σχέδια Δίκαιης Μετάβασης (ΕΣΔΙΜ), αλλά με ανακατανομή των πόρων βάσει αξιολόγησης της πορείας του προγράμματος μέχρι σήμερα με στόχο να συμπεριλάβει τα πλέον κατάλληλα μέτρα για τη μείωση της ανεργίας, τη συγκράτηση της φυγής των νέων και την αύξηση του τοπικού ΑΕΠ.
Επιπλέον, στην τοποθέτησή της η Ιόλη Χριστοπούλου τόνισε ότι το δίλημμα πράσινη μετάβαση ή ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας είναι πλαστό. Αυτό φαίνεται να το έχουν ήδη αντιληφθεί διάφορες βιομηχανίες όπως οι μεγάλες ελληνικές τσιμεντοβιομηχανίες που έχουν ήδη μειώσει το ανθρακικό τους αποτύπωμα αλλά προχωρούν επίσης και σε νέες μεγάλες επενδύσεις απανθρακοποίησης. Επομένως, η οποιαδήποτε οπισθοχώρηση στην κλιματική πολιτική θα υπονόμευε όχι μόνο τους κλιματικούς στόχους αλλά και την ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας.
Κατέληξε λέγοντας ότι «η επιλογή δεν είναι ανάμεσα στην πράσινη μετάβαση και την ανταγωνιστικότητα. Η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας θα κριθεί ακριβώς από το πόσο αποτελεσματικά θα προχωρήσουμε με την πράσινη μετάβαση. Και δεν νοείται πράσινη μετάβαση χωρίς να είναι δίκαιη».
Απαντώντας τέλος σε ερώτηση σχετικά με τις παρεμβάσεις που πρέπει να γίνουν προκειμένου η αποκατάσταση της φύσης να ενταχθεί στην αναπτυξιακή προσπάθεια της χώρας, η Ιόλη Χριστοπούλου επεσήμανε ότι η προστασία της φύσης από μόνη της δεν επαρκεί πλέον απέναντι στην επιταχυνόμενη υποβάθμιση των οικοσυστημάτων και την κλιματική κρίση. Η αποκατάσταση της φύσης αναδεικνύεται σε νέα προτεραιότητα πολιτικής, καθώς το φυσικό κεφάλαιο αποτελεί θεμέλιο της οικονομίας, της παραγωγικότητας και της ανθεκτικότητας. Στο πλαίσιο του νέου ευρωπαϊκού Κανονισμού για την Αποκατάσταση της Φύσης, η Ελλάδα καταρτίζει το Εθνικό Σχέδιο Αποκατάστασης, το οποίο πρέπει να συνοδευτεί από επαρκείς χρηματοδοτικούς πόρους για να εφαρμοστεί αποτελεσματικά.
Κρίσιμη προϋπόθεση είναι η ένταξη της αποκατάστασης της φύσης στον αναπτυξιακό σχεδιασμό και στο νέο ΕΣΠΑ με πρόσθετη χρηματοδότηση, ώστε να αποφευχθούν οι καθυστερήσεις και οι ελλείψεις που παρατηρήθηκαν σε άλλες περιβαλλοντικές πολιτικές όπως αυτή για τα ύδατα και τη διαχείριση απορριμμάτων. Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικό φυσικό κεφάλαιο, το οποίο αποτελεί συγκριτικό πλεονέκτημα. Η επένδυση στην αποκατάσταση των οικοσυστημάτων δεν είναι περιβαλλοντικό κόστος, αλλά επένδυση στην πρόληψη, την ανθεκτικότητα, την ανταγωνιστικότητα και τη βιώσιμη ανάπτυξη της χώρας.
Στην ίδια συζήτηση με την Ιόλη Χριστοπούλου μετείχε επίσης ο Δημοσθένης Αναγνωστόπουλος, Γενικός Γραμματέας Πληροφοριακών Συστημάτων και Ψηφιακής Διακυβέρνησης, ο Παναγιώτης Λιαργκόβας, Καθηγητής Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, η Μαρία Γαβουνέλη της Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ), ο Αποστόλης Δημητρόπουλος, Ειδικός Σύμβουλος Εκπαιδευτικής Πολιτικής στην Προεδρία της Κυβέρνησης, πρώην ΓΓ ανώτατης εκπαίδευσης, και ο Χρήστος Γούλας, Γενικός Διευθυντής στο Ινστιτούτο Εργασίας ΓΣΕΕ.
Μπορείτε να παρακολουθήσετε:

