Η ζήτηση των χωρών του Κάθετου Διαδρόμου και το υψηλότερο κόστος διαμετακόμισης από την Ελλάδα αμφισβητούν την αναγκαιότητα και την ανταγωνιστικότητα του σχεδίου
Τα υφιστάμενα FSRUs (Πλωτές Μονάδες Αποθήκευσης και Επαναεριοποίησης) στην Ελλάδα επαρκούν για την κάλυψη της ζήτησης ορυκτού αερίου στην ευρύτερη περιοχή έως το 2040, ενώ ακόμη και σε ένα σενάριο αυξημένης χρήσης αερίου απαιτείται μόλις ένας από τους τέσσερις νέους τερματικούς σταθμούς LNG που έχουν ανακοινωθεί. Παράλληλα, η διαμετακόμιση αερίου μέσω του Κάθετου Διαδρόμου προς την Ουκρανία είναι έως και 76% ακριβότερη από εναλλακτικές διαδρομές, σύμφωνα με νέα ανάλυση του Green Tank.
Ο Κάθετος Διάδρομος αποτελεί το σχέδιο διασύνδεσης των συστημάτων ορυκτού αερίου χωρών της Νοτιοανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένων των Δυτικών Βαλκανίων, με αφετηρία την Ελλάδα. Στόχος του είναι η ενίσχυση της δυνατότητας μεταφοράς ορυκτού αερίου από τους ελληνικούς τερματικούς σταθμούς LNG προς τις αγορές της ευρύτερης περιοχής, μεταξύ άλλων της Ουκρανίας και της Ουγγαρίας.
Η νέα ανάλυση του Green Tank με τίτλο «Κάθετος Διάδρομος: Ζήτηση αερίου και οικονομική βιωσιμότητα» εξετάζει κατά πόσο οι υφιστάμενες και σχεδιαζόμενες υποδομές LNG στην Ελλάδα είναι αναγκαίες για την κάλυψη της μελλοντικής ζήτησης ορυκτού αερίου στην περιοχή έως το 2040. Παράλληλα, αξιολογεί την οικονομική ανταγωνιστικότητα της διαμετακόμισης αερίου μέσω του Κάθετου Διαδρόμου σε σχέση με διαδρομές από άλλες αφετηρίες προς την Ουκρανία και την Ουγγαρία.
Η ανάλυση βασίστηκε σε δύο σενάρια εξέλιξης της ζήτησης ορυκτού αερίου έως το 2040: ένα σενάριο αυξημένης χρήσης αερίου και ένα σενάριο ταχύτερης απεξάρτησης από το αέριο. Τα σενάρια βασίζονται κυρίως στις προβλέψεις των Εθνικών Σχεδίων για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) των χωρών που συμμετέχουν στον Κάθετο Διάδρομο. Η μελέτη συνέκρινε στη συνέχεια τη ζήτηση αυτή με τη δυναμικότητα των υφιστάμενων και σχεδιαζόμενων τερματικών σταθμών LNG στην Ελλάδα στην υποθετική περίπτωση που οι ανάγκες των χωρών του ΚΔ καλύπτονται εξολοκλήρου από τους ελληνικούς σταθμούς LNG.
Τα κυριότερα ευρήματα της ανάλυσης συνοψίζονται ως εξής:
- Κανένας νέος τερματικός σταθμός δεν είναι αναγκαίος στο σενάριο ταχύτερης απεξάρτησης από το αέριο, ενώ ακόμη και ο δεύτερος υφιστάμενος τερματικός σταθμός θα έπαυε να είναι αναγκαίος έως το 2035.
- Ακόμη και στο σενάριο αυξημένης χρήσης αερίου, μόλις ένας από τους τέσσερις νέους τερματικούς σταθμούς LNG που έχουν ανακοινωθεί θα ήταν αρκετός για την κάλυψη της ζήτησης της περιοχής έως το 2040.
Στη συνέχεια, προκειμένου να αξιολογηθεί η ανταγωνιστικότητα του Κάθετου Διαδρόμου, υπολογίστηκε το κόστος διαμετακόμισης προς τους δύο μεγαλύτερους καταναλωτές της περιοχής (την Ουκρανία και την Ουγγαρία) με βάση τις χρεώσεις εισόδου-εξόδου των εθνικών διαχειριστών των δικτύων και συγκρίθηκε με το αντίστοιχο κόστος διαδρομών από εναλλακτικές αφετηρίες και βρέθηκε ότι:
- Για την Ουκρανία, το κόστος διαμετακόμισης αερίου μέσω του Κάθετου Διαδρόμου ανέρχεται σε 2–13.1 €/MWh, δηλαδή είναι 21–76% υψηλότερο από το κόστος εναλλακτικών διαδρομών με αφετηρία την Πολωνία, την Κροατία, τη Γερμανία και τη Λιθουανία.
- Για την Ουγγαρία, το κόστος διαμετακόμισης μέσω του Κάθετου Διαδρόμου ανέρχεται σε 6–9.5 €/MWh. Είναι συγκρίσιμο μόνο με τη διαδρομή μέσω Γερμανίας και Τσεχίας, ενώ οι διαδρομές μέσω Αυστρίας και Κροατίας παραμένουν 26–45% φθηνότερες.
- Με ενδεικτική τιμή προμήθειας LNG 45 €/MWh, το κόστος διαμετακόμισης μέσω του Κάθετου Διαδρόμου αντιστοιχεί σε 25–29% της συνολικής τιμής παράδοσης αερίου στην Ουκρανία και 5–21% στην Ουγγαρία. Στις εναλλακτικές διαδρομές, το αντίστοιχο ποσοστό κυμαίνεται από 7% έως 20.5%.
«Ολόκληρος ο σχεδιασμός του Κάθετου Διαδρόμου στηρίζεται σε μια υπόθεση αυξανόμενης ζήτησης αερίου που διαψεύδεται από τα ίδια τα Εθνικά Σχέδια για την Ενέργεια και το Κλίμα των χωρών της περιοχής. Η δέσμευση κεφαλαίων εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ για νέες υποδομές, σε μια αγορά που συρρικνώνεται, εγκυμονεί τον κίνδυνο δημιουργίας εγκλωβισμένων περιουσιακών στοιχείων, το κόστος των οποίων θα κληθούν τελικά να πληρώσουν οι καταναλωτές», δήλωσε ο Σταύρος Γεννίτσαρης, Συνεργάτης Βιομηχανικής Πολιτικής του Green Tank.
Σημειώσεις προς συντάκτες/συντάκτριες:

