Νέοι στόχοι για τη φύση: Οι διεθνείς πρωτοβουλίες και η εθνική νομοθεσία

Η διεθνής κινητοποίηση για την προστασία και την αποκατάσταση της φύσης έχει αποτυπωθεί σε σειρά προτάσεων, διεθνών συμφωνιών και εθνικών πρωτοβουλιών που θέτουν σταδιακά νομικά δεσμευτικούς στόχους για τα κράτη ανά τον κόσμο. Συμβάλλοντας με το κύριο άρθρο στην οικολογική εφημερίδα ΟΙΚΟ-ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ, με τίτλο «Νέοι στόχοι για τη φύση», η Ιόλη Χριστοπούλου αρχικά καταγράφει τις βασικές προβλέψεις της διεθνούς Συμφωνίας Κουνμίνγκ-Μόντρεαλ (Δεκέμβριος 2022), που αποτελεί σήμερα σημείο αναφοράς για τη χάραξη εθνικών πολιτικών, καθώς και της Στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030 που είχε προηγηθεί (Μάιος 2020).

Στον ίδιο άξονα, οι πρωτοβουλίες αυτές θέτουν ως προτεραιότητα την επέκταση της προστασίας στο 30% των χερσαίων και θαλάσσιων εκτάσεων του πλανήτη και αντίστοιχα της ΕΕ με βάση τη δημιουργία ενός νέου πλαισίου διακυβέρνησης.

Η ανάγκη για έναν νέο και ενιαίο σχεδιασμό για την προστασία της φύσης αποτυπώθηκε και στην πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον Κανονισμό για την Αποκατάσταση της Φύσης (Ιούνιος 2022) που αυτήν την περίοδο εξετάζεται από την Επιτροπή Περιβάλλοντος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και το Συμβούλιο.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα, τον Μάρτιο 2023,  με τον ν. 5037, έγινε το πρώτο κράτος μέλος που υιοθέτησε τους νέους παγκόσμιους και ευρωπαϊκούς στόχους για τη βιοποικιλότητα. Ωστόσο, όπως σημειώνει η Ιόλη Χριστοπούλου στο άρθρο της, η φιλόδοξη αυτή η πρωτοβουλία «συνοδεύεται από την πρόκληση της εφαρμογής, η οποία αποτελεί τον μεγάλο ασθενή της περιβαλλοντικής πολιτικής της χώρας μας». Προς αυτήν την κατεύθυνση, τονίζει την ανάγκη διατομεακής συνεργασίας και τη διασφάλιση επαρκών πόρων και τεχνικής βοήθειας. Επίσης, θέτει ως προτεραιότητα τη δημιουργία ενός νέου Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τη Βιοποικιλότητα η κατάρτιση του οποίου εκκρεμεί από το 2020.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο τεύχος Μαΐου-Ιουνίου 2023.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο:

Νέοι στόχοι για τη φύση και η ώρα για εφαρμογή

Ιόλη Χριστοπούλου

 

Τον Δεκέμβριο του 2022, η 15η Συνδιάσκεψη των κρατών μερών της Σύμβασης του ΟΗΕ για τη Βιοποικιλότητα κατέληξε σε ένα νέο Παγκόσμιο Πλαίσιο για τη Βιοποικιλότητα, τη λεγόμενη Συμφωνία Κουνμίνγκ-Μόντρεαλ.

Η συμφωνία χαρακτηρίστηκε ως ιστορική. Ανανεώνει τη δέσμευση της παγκόσμιας κοινότητας για ανάσχεση της απώλειας της βιοποικιλότητας και παράλληλα θέτει τις βάσεις για την ανάκαμψή της. Περιλαμβάνει 4 γενικούς στόχους με ορίζοντα τo 2050 και 23 με ορίζοντα το 2030. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν οι στόχοι για τον χαρακτηρισμό 30% των χερσαίων και θαλάσσιων εκτάσεων του πλανήτη ως προστατευόμενων περιοχών και για τη λήψη μέτρων αποκατάστασης της φύσης στο 30% των υποβαθμισμένων εκτάσεων ως το 2030.

Αναγνωρίζοντας ότι προηγούμενοι στόχοι που είχαν τεθεί δεν επιτεύχθηκαν, η νέα Συμφωνία περιλαμβάνει στόχους και για την εφαρμογή του νέου παγκοσμίου πλαισίου με  τη συμμετοχή όλων των επιπέδων διακυβέρνησης, εμπλεκόμενων φορέων και πολιτών, για την κινητοποίηση πόρων ύψους $200 δις/έτος ως το 2030 καθώς και για τη συστηματική παρακολούθηση της πορείας υλοποίησής των δεσμεύσεων.

Το νέο παγκόσμιο πλαίσιο προσομοιάζει, χωρίς να συμπίπτει ακριβώς με τη Στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) για τη Βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030, η οποία ανακοινώθηκε εν μέσω της έξαρσης πανδημίας Covid-21 τον Μάιο του 2020 με τον διακριτικό τίτλο ‘Επαναφορά της φύσης στη ζωή μας’ και βρίσκεται ήδη στο τρίτο έτος υλοποίησής της.

Η δομή της Στρατηγικής της ΕΕ στηρίζεται σε δύο ισότιμους πυλώνες που συνοδεύονται από συγκεκριμένες δεσμεύσεις και μετρήσιμους στόχους. Ο πρώτος αφορά στη διεύρυνση του δικτύου προστατευόμενων περιοχών ώστε να καλύπτει το 30% της χερσαίας και θαλάσσιας έκτασης της ΕΕ  με το ένα τρίτο αυτής (ή 10% του συνόλου) να τίθεται σε αυστηρό καθεστώς προστασίας. Ο δεύτερος αφορά στην ανάπτυξη ενός φιλόδοξου σχεδίου αποκατάστασης της φύσης, που αναμένεται να πραγματοποιηθεί μετά την υιοθέτηση του νέου Ευρωπαϊκού Νόμου για την Αποκατάσταση της Φύσης, που πρότεινε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Ιούλιο του 2022 και αυτή την περίοδο εξετάζεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Αντίστοιχα με το παγκόσμιο πλαίσιο, η Στρατηγική της ΕΕ για την υλοποίηση των στόχων επιδιώκει τη δημιουργία ενός νέου πλαισίου διακυβέρνησης με τη συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων φορέων, με πιο αυστηρό πλαίσιο παρακολούθησης και αξιολόγησης της πορείας εφαρμογής της και τη μόχλευση πόρων ύψους τουλάχιστον 20 δις ευρώ ετησίως.

Τον Μάρτιο του 2023, η Ελλάδα έγινε η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που υιοθέτησε με νόμο τους νέους παγκόσμιους και ευρωπαϊκούς στόχους για τη βιοποικιλότητα, ενσωματώνοντας στο εθνικό δίκαιο ακόμα και στόχους που εμπεριέχονται στον υπό-επεξεργασία νέο Ευρωπαϊκό Νόμο για την Αποκατάσταση της Φύση.

Σε 5 άρθρα του πιο πρόσφατου περιβαλλοντικού πολύ-νομοσχεδίου (ν. 5037/2023), η Ελλάδα μεταξύ άλλων, δεσμεύεται:

  • να θέσει σε καθεστώς προστασίας τουλάχιστον το 30% της χερσαίας έκτασης της χώρας και το 30% των χωρικών της υδάτων έως το 2030,
  • να θέσει σε υψηλό καθεστώς προστασίας το σύνολο των αρχέγονων και παλαιών δασών, των υγροτόπων Ρασμάρ και των μικρών νησιώτικων υγρότοπων του προεδρικού διατάγματος του 2012,
  • να ορίσει στο 10% των θαλάσσιων υδάτων της μέτρα περιορισμού της αλιείας για την αποκατάσταση των θαλάσσιων οικοσυστημάτων και των πληθυσμών των ψαριών,
  • να μην υποβαθμίσει προστατευόμενους τύπους οικοτόπων,
  • να εφαρμόσει μέτρα αποκατάστασης τύπων οικοτόπων που σήμερα δεν βρίσκονται σε καλή κατάσταση στο 30% των εκτάσεων τους μέχρι το 2030, και προοδευτικά στο 60% μέχρι το 2040 και στο 100% μέχρι το 2050, εντός και εκτός περιοχών Natura 2000,
  • να καταρτίσει εθνικό σχέδιο για την αναστροφή της μείωσης και τελικά αύξηση των επικονιαστών και
  • να αυξήσει τον αστικό χώρο πρασίνου και την αστική συγκόμωση.

Η υιοθέτηση νομικά δεσμευτικών στόχων για την προστασία και την αποκατάσταση της φύσης αποτελεί δίχως αμφιβολία θετική εξέλιξη. Η φιλόδοξη αυτή πρωτοβουλία όμως συνοδεύεται από την πρόκληση της εφαρμογής, η οποία αποτελεί τον μεγάλο ασθενή της περιβαλλοντικής πολιτικής της χώρας.

Στην κατεύθυνση της εφαρμογής, το αμέσως επόμενο διάστημα, προτεραιότητα πρέπει να αποτελέσει η κάλυψη των εκκρεμοτήτων και κυρίως η υιοθέτηση των προεδρικών διαταγμάτων για τον πλήρη χαρακτηρισμό των προστατευόμενων περιοχών και κυρίως η υλοποίηση των απαραίτητων δράσεων προστασίας και διαχείρισης χωρίς άλλη καθυστέρηση. Ανάμεσα σε αυτές τις δράσεις πρέπει να προβλεφθούν και μέτρα ανάδειξης των προστατευόμενων περιοχών ως πρότυπα τοπικής βιώσιμης ανάπτυξης που δίνουν στις τοπικές κοινωνίες προοπτικές δραστηριοποίησης σε παραγωγικούς τομείς και τον τουρισμού και στους επισκέπτες πραγματικά εναλλακτικές εμπειρίες. Παράλληλα, πρέπει να οριστούν οι περιοχές προς αποκατάσταση, τα μέτρα αποκατάστασης, το χρονοδιάγραμμα και το κόστος υλοποίησης τους καθώς και οι αρμόδιους φορείς για την υλοποίηση, την εποπτεία και την παρακολούθηση τους.

Με άλλα λόγια, απαιτείται μία εθνική πολιτική για τη φύση που θα βασίζεται σε ένα νέο Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τη Βιοποικιλότητα, η κατάρτιση του οποίου εκκρεμεί από το 2020, το οποίο θα συμπληρώνει ένα νέο Εθνικό Σχέδιο Αποκατάστασης της Φύσης.

Πέρα όμως από τα παραπάνω, προσοχή πρέπει να δοθεί και στις υπόλοιπες προϋποθέσεις εφαρμογής που τίθενται πλέον με τη μορφή στόχων για τη διακυβέρνηση, την χρηματοδότηση και την παρακολούθηση κ.ο.κ. στα ευρωπαϊκά και διεθνή στρατηγικά κείμενα, αλλά δεν αποτυπώνονται στον εθνικό νόμο. Απαιτείται διατομεακή συνεργασία με τη συνδρομή και συμμετοχή όλων των υπουργείων και εμπλεκόμενων φορέων, όπου εποπτικό ρόλο μπορεί να έχει η Επιτροπή Φύση 2000 και συμβολή οι Επιτροπές Διαχείρισης των Προστατευόμενων Περιοχών. Εξίσου κρίσιμη είναι η εξασφάλιση εθνικών και ευρωπαϊκών πόρων, με πρώτο βήμα την αξιοποίηση πόρων από το Πρόγραμμα «Περιβάλλον & Κλιματική Αλλαγή» και  τα περιφερειακά προγράμματα 2021-2027 και το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Με τους νέους στόχους που υιοθέτησε, η Ελλάδα φαίνεται διατεθειμένη να γυρίσει σελίδα στο κεφάλαιο της περιβαλλοντικής πολιτικής που αφορά στη φύση. Η ώρα για εφαρμογή είναι τώρα και η Ελλάδα μπορεί να τα καταφέρει, αρκεί, να ακολουθήσει άλλη οδό από την πεπατημένη.