Τάσεις στην ηλεκτροπαραγωγή το πρώτο επτάμηνο του 2021 στην Ελλάδα

Σύμφωνα με τα τελευταία μηνιαία στοιχεία του ΑΔΜΗΕ (Ιούλιος 2021):

Μετά την υπεροχή των ΑΠΕ κατά τους 5 πρώτους μήνες του 2021 στο ενεργειακό μίγμα και την αλλαγή σκυτάλης τον Ιούνιο – και τον Ιούλιο το μεγαλύτερο μερίδιο της ενέργειας παράγεται από ορυκτά καύσιμα. Συγκεκριμένα για τον Ιούλιο, τα ορυκτά καύσιμα κάλυψαν το 51% της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας (ορυκτό αέριο 43% και λιγνίτης 8%), ενώ οι ΑΠΕ (κυρίως αιολικά και φωτοβολταϊκά) μαζί με τα μεγάλα υδροηλεκτρικά κάλυψαν το 36%.

Παρόλο που οι ΑΠΕ (κυρίως αιολική και ηλιακή ενέργεια) παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα τον Ιούλιο, σημειώνοντας τη δεύτερη υψηλότερη μηνιαία παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας που είχαν ποτέ την τελευταία δεκαετία, η παραγωγή από ορυκτά καύσιμα αυξήθηκε σημαντικά (κυρίως παραγωγή ορυκτού αερίου), ξεπερνώντας τη συνεισφορά των ΑΠΕ για το πρώτο επτάμηνο του 2021.

Συγκεντρωτικά, για τους πρώτους 7 μήνες  του 2021, ΑΠΕ και μεγάλα υδροηλεκτρικά είχαν μερίδιο 43%, έναντι 37% του ορυκτού αερίου, 11% του λιγνίτη και 10% των καθαρών εισαγωγών.

Η ηλεκτροπαραγωγή από λιγνίτη το πρώτο επτάμηνο του 2021 εξακολουθεί να είναι μειωμένη σε σχέση με την ίδια περίοδο το 2020, αντίθετα με την αυξητική τάση που επικρατεί στις περισσότερες  λιγνιτοπαραγωγές χώρες της ΕΕ κυρίως λόγω των υψηλών τιμών ορυκτού αερίου. Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το γεγονός ότι οι ΑΠΕ παρουσιάζουν οριακά τη μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση απ’ όλες τις βασικές πηγές ενέργειας. Αναλυτικά  οι μεταβολές του επτάμηνου 2021 σε σχέση με την ίδια περίοδο το 2020 ήταν:

Λιγνίτης: -2%

Ορυκτό αέριο: +13%

ΑΠΕ: +14%

Μεγάλα ΥΗ: +91%

Καθαρές εισαγωγές: -52%

Τέλος, παρατηρείται σημαντική συσχέτιση μεταξύ της αύξησης του μεριδίου των ορυκτών καυσίμων και της αύξησης της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας τους μήνες του Ιουνίου και Ιουλίου (Γράφημα 1). Συμπερασματικά, και παίρνοντας υπόψιν την συνολικά υψηλή επίδοση των ΑΠΕ τον Ιούλιο (σε σχέση με προηγούμενους μήνες),  η μείωση του μεριδίου των ΑΠΕ στο μίγμα ηλεκτρικής ενέργειας μπορεί να αποδοθεί μερικώς στην μεγάλη αύξηση της ζήτησης κατά τους 2 πρώτους καλοκαιρινούς μήνες η οποία με τη σειρά της συνέβη λόγω της τουριστικής περιόδου σε συνδυασμό με τα κύματα καύσωνα κατά την ίδια περίοδο [1].

Το τελευταίο μπορεί να θεωρηθεί και ως ένα ισχυρό σήμα για την ανάγκη:

  • Γρήγορης αύξησης της εγκατεστημένης ισχύος ΑΠΕ, με ταυτόχρονη ανάπτυξη μονάδων αποθήκευσης ενέργειας ώστε να επιτευχθεί μεγαλύτερη διείσδυση των ΑΠΕ στο ελληνικό μίγμα ηλεκτρικής ενέργειας
  • Βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης ώστε να μειωθεί η ζήτηση, κυρίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες

Με αυτό το τρόπο, η Ελλάδα όχι μόνο θα μειώσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου συμβάλλοντας στο μετριασμό των επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης, αλλά και θα βοηθήσει στη μείωση του κόστους παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην χώρα, ειδικά εάν ληφθεί υπόψιν η τιμή άνθρακα του Ευρωπαϊκού χρηματιστηρίου ρύπων, η οποία ξεπέρασε για πρώτη φορά πριν μερικές μέρες τα 60 Ευρω/ τόνο CO2eq και αναμένεται να αυξηθεί περισσότερο τα επόμενα χρόνια.

[1] Σ. Ντάφης, Γ. Κύρος, Κ. Λαγουβάρδος (2021), “ Ιούλιος 2021: Ο πιο θερμός Ιούλιος της δεκαετίας για τα νησιά του Αιγαίου, ο δεύτερος πιο θερμός για τα ηπειρωτικά ”, https://bit.ly/3yDOQFq