Η Ευρωπαϊκή Ένωση μετά τον λιγνίτη και τον λιθάνθρακα

Ανάλυση της εξέλιξης της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από διάφορες πηγές στα κράτη μέλη της ΕΕ-27 από τις αρχές του αιώνα καθώς των προκλήσεων για το μέλλον που προκύπτουν από τις παρατηρούμενες τάσεις.

Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο energia.gr στις 28 Απριλίου 2021 με τον τίτλο:

Η Ευρωπαϊκή Ένωση μετά τον λιγνίτη και τον λιθάνθρακα

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο.

Η παρατηρούμενη μείωση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από λιγνίτη και λιθάνθρακα σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση τα τελευταία χρόνια έχει ξεπεράσει όλες τις προβλέψεις.

Απόδειξη της καταλυτικής επίδρασης της ευρωπαϊκής κλιματικής πολιτικής και κυρίως της οδηγίας για το χρηματιστήριο ρύπων αποτελεί το γεγονός ότι μέσα σε πέντε χρόνια από την ιστορική Συμφωνία του Παρισιού η καθαρή ηλεκτροπαραγωγή από στερεά ορυκτά καύσιμα μειώθηκε περίπου στο μισό, ενώ στη χώρα μας είχαμε τα ίδια επίπεδα μείωσης (48%) μέσα σε μόλις ένα χρόνο, μεταξύ 2019 και 2020. Η βρετανική δεξαμενή σκέψης Ember εκτιμά ότι αν αυτός ο ρυθμός μείωσης στην ΕΕ-27 διατηρηθεί, τότε η παραγωγή από κάρβουνο θα μηδενιστεί ως το 2026.

Με αυτά τα δεδομένα, οι προβλέψεις των Εθνικών Σχεδίων για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) των κρατών μελών είναι ήδη ξεπερασμένες. Προβλέπουν πως μέσα στη δεκαετία που διανύουμε ο ρυθμός μείωσης της χρήσης λιγνίτη και λιθάνθρακα για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας θα είναι ο μισός από αυτόν των τελευταίων 5 χρόνων. Η μείωση αυτή θα επιτευχθεί πολύ νωρίτερα, αν αναλογιστεί κανείς την επερχόμενη αναθεώρηση της οδηγίας για το χρηματιστήριο ρύπων η οποία θα επιδιώξει την εναρμόνισή του με τον πιο φιλόδοξο κλιματικό στόχο της μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 55% το 2030 σε σχέση με το 1990. Στη χώρα μας ειδικότερα, το ΕΣΕΚ που ολοκληρώθηκε το 2019 έχει ήδη διαψευστεί από την πραγματικότητα του 2020. Πιο συγκεκριμένα, προέβλεπε παραγωγή 8,1 TWh από λιγνίτη το 2020, ενώ το προηγούμενο έτος έκλεισε με καθαρή λιγνιτική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας μόλις 5,7 TWh, μια απόκλιση της τάξης  του 30%.

Πώς όμως φτάσαμε ως εδώ; Ποια η συνεισφορά του κάθε κράτους μέλους σε αυτήν την καταιγιστική πορεία απεξάρτησης από λιγνίτη και λιθάνθρακα; Ποιες άλλες τεχνολογίες ηλεκτροπαραγωγής φθίνουν και ποιες αναπτύσσονται στη θέση τους;

Λιγνίτης και Λιθάνθρακας

Η ανάλυση των στοιχείων της Eurostat δείχνει ότι Γερμανία και Ισπανία είναι υπεύθυνες για τη μισή σχεδόν μείωση των 311 ΤWh (42%) ηλεκτροπαραγωγής από λιγνίτη και λιθάνθρακα που συντελέσθηκε στην ΕΕ-27 μεταξύ 2000 και 2019. Είναι εντυπωσιακό ότι η Ελλάδα, παρά το μικρό της μέγεθος, είχε την 4η υψηλότερη συνεισφορά σε αυτή τη μείωση συρρικνώνοντας την ακαθάριστη λιγνιτική παραγωγή της κατά 22 TWh (μείωση 65%), με πολύ μικρή διαφορά από την 3η Γαλλία η οποία στο ίδιο χρονικό διάστημα μείωσε το μερίδιο λιθάνθρακα στο μίγμα ηλεκτροπαραγωγής της κατά σχεδόν 87%. Την ίδια στιγμή η Πολωνία πέτυχε μείωση μόλις 17,8 TWh στην ηλεκτροπαραγωγή από λιγνίτη και λιθάνθρακα μέσα σε 20 χρόνια, ποσότητα που μεταφράζεται σε μείωση μόλις 13% το 2019 σε σχέση με το 2000, με το μεγαλύτερο τμήμα αυτής να συντελείται μεταξύ 2018 και 2019. Εξαίρεση στον γενικό κανόνα αποτελούν μόνο η Κροατία και η Βουλγαρία, οι οποίες αύξησαν την παραγωγή ηλεκτρισμού από στερεά ορυκτά καύσιμα το 2019, σε σχέση με το 2000, κατά σχεδόν 6% και 3% αντίστοιχα.

Πετρέλαιο

Στο ίδιο χρονικό διάστημα καταποντίστηκε η ηλεκτροπαραγωγή από πετρέλαιο σημειώνοντας μείωση κατά 115 TWh (82%), κυρίως λόγω της σχεδόν πλήρους απεξάρτησης της Ιταλίας (μείωση κατά 99%) στην εικοσαετία 2000-2019, η οποία το 2000 κατείχε το 58% της χρήσης πετρελαίου για ηλεκτροπαραγωγή στην ΕΕ-27. Πλέον, το μεγαλύτερο μερίδιο έχει η Ισπανία με περίπου 8 TWh, η οποία ωστόσο μείωσε τη χρήση πετρελαίου στην ηλεκτροπαραγωγή κατά 62% σε σχέση με το 2000. Τη 2η θέση κατέχει σήμερα η Ελλάδα η οποία πέτυχε πολύ μικρότερη μείωση από την Ισπανία (44%) και εξακολουθεί να χρησιμοποιεί πετρέλαιο για την ηλεκτροδότηση των νησιών της λόγω της καθυστέρησης των ηλεκτρικών διασυνδέσεων με το ηπειρωτικό δίκτυο αλλά και της αργής ανάπτυξης των ΑΠΕ στα νησιά. Ακόμα χειρότερη επίδοση σημείωσε η Γαλλία η οποία βρίσκεται στην 3η θέση εξακολουθώντας να διατηρεί 3,6 TWh από πετρέλαιο στο μίγμα της μειώνοντας κατά μόλις 28% τη χρήση πετρελαίου για ηλεκτροπαραγωγή μεταξύ 2000 και 2019, ενώ πρακτικά αμετάβλητη παρέμεινε η χρήση πετρελαίου στην Κύπρο την τελευταία εικοσαετία.

Πυρηνική ενέργεια

Μια μικρότερη μείωση μεταξύ 2000 και 2019 κατά 83 TWh (-10%) παρουσιάζεται στην ΕΕ-27 σε ό,τι αφορά την πυρηνική ενέργεια. Πρωταγωνίστρια αυτής της μείωσης ήταν η Γερμανία η οποία μείωσε την πυρηνική ηλεκτροπαραγωγή της κατά 95 TWh την τελευταία εικοσαετία (-56%), ενώ το 2011 δεσμεύτηκε για το κλείσιμο όλων των πυρηνικών της σταθμών ως το 2022. Ωστόσο, η Γαλλία, η οποία κατέχει διαχρονικά το μεγαλύτερο μερίδιο της πυρηνικής ενέργειας στην ΕΕ-27 (μέσος όρος 2000-2019: 53%) πέτυχε μια πολύ μικρή μείωση μεταξύ 2000 και 2019 (-3,9%). Επιπλέον, 6 από τα 13 συνολικά κράτη μέλη της ΕΕ που συμπεριλαμβάνουν πυρηνική ενέργεια στο μίγμα ηλεκτροπαραγωγής τους αύξησαν την παραγωγή τους με πιο σημαντικές τις αυξήσεις σε Τσεχία (+17 TWh), Ουγγαρία (+16 TWh) και Σουηδία (+9 TWh).

Ορυκτό αέριο

Αντίθετα με τα στερεά και υγρά ορυκτά καύσιμα, το ορυκτό αέριο γνώρισε μια πολύ μεγάλη άνοδο στην ηλεκτροπαραγωγή κατά 238 TWh (72%) μεταξύ 2000 και 2019. Τη μεγαλύτερη συνεισφορά σε αυτήν την αύξηση είχε η Ισπανία με 63 ΤWh ακολουθούμενη από την Ιταλία (40 ΤWh), τη Γερμανία (38 ΤWh), τη Γαλλία (28 ΤWh) και την Ολλανδία (19 ΤWh). H Πολωνία που βρίσκεται στην 6η θέση σημείωσε τη μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση δεκαπενταπλασιάζοντας την ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που παράγει από ορυκτό αέριο από λιγότερο από 1 TWh το 2000 σε σχεδόν 15 TWh το 2019. Σημαντική και η άνοδος της ηλεκτροπαραγωγής από ορυκτό αέριο στην Ελλάδα κατά 8,6 TWh (145%) την εικοσαετία 2000-2019. Λίγα κράτη μέλη μείωσαν την εξάρτησή τους από το ορυκτό αέριο με πιο σημαντικές τις μειώσεις της Δανίας κατά 6,7 TWh (-76%) και της Φινλανδίας κατά 6,3 TWh (-62%).

Αιολικά και φωτοβολταϊκά

Η μεγαλύτερη αύξηση την τελευταία εικοσαετία παρατηρήθηκε στην ανάπτυξη των αιολικών και των φωτοβολταϊκών. Η ΕΕ-27 αύξησε την ακαθάριστη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από τις δύο πιο ώριμες τεχνολογίες ΑΠΕ κατά 466 TWh μεταξύ 2000 και 2019 (2178%) με το 79% αυτής της αύξησης να προέρχεται από τα αιολικά (367 TWh). Η Γερμανία συνεισέφερε περισσότερο από το 1/3 σε αυτή την απογείωση των μεταβλητών ΑΠΕ στην ΕΕ-27 (163 ΤWh), ακολουθούμενη από την Ισπανία (60 ΤWh), τη Γαλλία (47 ΤWh) και την Ιταλία (43 ΤWh). Η Ελλάδα κατατάσσεται στην 11η θέση της σχετικής κατάταξης με αύξηση 11,2 ΤWh στην ηλεκτροπαραγωγή από αιολικά και φωτοβολταϊκά  μεταξύ 2000 και 2019.

Συγκρίνοντας την αύξηση σε αιολικά και φωτοβολταϊκά με αυτήν σε ορυκτό αέριο την εικοσαετία 2000-2019, φαίνεται ότι μόνο σε 4 κράτη μέλη (Ισπανία , Ολλανδία, Τσεχία και Λετονία) η αύξηση σε ορυκτό αέριο ήταν σημαντικότερη από αυτή σε ΑΠΕ. H Γερμανία έχει και πάλι τα πρωτεία με μεγαλύτερη διαφορική αύξηση μεταβλητών ΑΠΕ σε σχέση με αυτή του ορυκτού αερίου κατά σχεδόν 125 TWh, ακολουθούμενη από τη Σουηδία (+20 TWh), τη Δανία (+20 TWh) και τη Γαλλία (+19 ΤWh). Στην Ελλάδα η σημαντική αύξηση αιολικών και φωτοβολταϊκών σχεδόν εκμηδενίζεται λόγω της αύξησης της συμμετοχής του ορυκτού αερίου στο μίγμα ηλεκτροπαραγωγής (+2,7 TWh) κατατάσσοντας τη χώρα στη 13η θέση της σχετικής κατάταξης δύο θέσεις πιο κάτω από την αντίστοιχη κατάταξη ως προς την αύξηση στην ηλεκτροπαραγωγή από μεταβλητές ΑΠΕ.

Λοιπές ΑΠΕ

Από τις υπόλοιπες ΑΠΕ (βιοενέργεια, υδροηλεκτρικά, γεωθερμία, ηλιοθερμικά, κυματική ενέργεια) τη σημαντικότερη ανάπτυξη γνώρισε η βιοενέργεια, η οποία υπερτετραπλασίασε τη συμμετοχή της στο μίγμα ηλεκτροπαραγωγής της ΕΕ-27 από λιγότερο των 20 TWh το 2000 σε περισσότερο από 80 TWh το 2019. Επίσης, κατά 40% αυξήθηκε η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από γεωθερμία παραμένοντας ωστόσο σε χαμηλά επίπεδα (6,7 TWh το 2019). Η ηλεκτροπαραγωγή από νερό εμφάνισε μικρές διακυμάνσεις μέσα στην εικοσαετία 2000-2019, οι οποίες σε μεγάλο βαθμό οφείλονταν στις ετήσιες μεταβολές της υδραυλικότητας. Έτσι το 2019 προσέφερε 345 TWh, χάνοντας για πρώτη φορά την πρώτη θέση ανάμεσα στις πηγές ενέργειας που συγκαταλέγονται ανάμεσα στις ΑΠΕ, από την αιολική ενέργεια (367 TWh). Τέλος, τα ηλιοθερμικά συστήματα καθώς και αυτά που αξιοποιούν την κυματική ενέργεια εξακολουθούν να βρίσκονται σε αρχικό στάδιο ανάπτυξης με τα μεν πρώτα να αναπτύσσονται αποκλειστικά στην Ισπανία, τα δε δεύτερα αποκλειστικά στη Γαλλία (ως το 2018). Έτσι, αθροιστικά οι λοιπές ΑΠΕ γνώρισαν μικρή άνοδο κατά τη διάρκεια της εικοσαετίας της τάξης του 9% παράγοντας 439 TWh το 2019.

ΑΠΕ ή ορυκτό αέριο;

Βλέποντας συνολικά την εξέλιξη του μίγματος ηλεκτροπαραγωγής της ΕΕ-27 στον χρόνο γίνεται περισσότερο κατανοητή η αλματώδης αύξηση του μεριδίου των αιολικών και των φωτοβολταϊκών, η μικρότερη και πιο σταδιακή άνοδος του ορυκτού αερίου και των υπόλοιπων ΑΠΕ, και η ακόμα πιο αργή και μικρή μείωση στη χρήση της πυρηνικής ενέργειας. Ωστόσο, η πυρηνική ενέργεια εξακολουθεί να είναι η πιο βασική πηγή παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ-27, κυρίως λόγω της κυρίαρχης θέσης της στο μίγμα ηλεκτροπαραγωγής της Γαλλίας.

Με δεδομένη τη συνέχιση της πορείας απεξάρτησης της ΕΕ-27 από τα στερεά και υγρά ορυκτά καύσιμα, την πλήρη απεξάρτηση της Γερμανίας από την πυρηνική ενέργεια ως το 2022 και τα μεγάλα μειονεκτήματα της ανάπτυξης νέων πυρηνικών σταθμών, το κεντρικό ερώτημα για την πορεία της ηλεκτροπαραγωγής στην ΕΕ-27 είναι αν η συνεισφορά αυτών των πηγών ενέργειας στην ηλεκτροπαραγωγή θα υποκατασταθεί από ΑΠΕ ή από ορυκτό αέριο. Προφανώς η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την κατεύθυνση προς την οποία θα κινηθούν τόσο οι ιδιωτικοί όσο και οι δημόσιοι οικονομικοί πόροι. Καθοριστικό ρόλο θα διαδραματίσει αναμφισβήτητα η εξουσιοδοτική πράξη (delegated act) που πρόκειται να εκδώσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με το ποιες επενδύσεις θα θεωρούνται εφεξής «βιώσιμες».

Υπάρχουν πολλά κράτη μέλη τα οποία επιθυμούν να διατεθούν πόροι στην ανάπτυξη υποδομών ορυκτού αερίου, γεγονός που έχει ήδη επηρεάσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο να τροποποιήσει την αρχική εξουσιοδοτική πράξη η οποία απέκλειε τις υποδομές ορυκτού αερίου από τον κατάλογο των βιώσιμων επενδύσεων. Από την άλλη μεριά, η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στη μελέτη επιπτώσεων που συνοδεύει τον νέο κλιματικό στόχο για καθαρή μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 55% το 2030 προβλέπει ότι η επίτευξή του συνδέεται με τη μείωση μεταξύ 32% και 37% στη χρήση του ορυκτού αερίου. Συνεπώς, νέες επενδύσεις σε ορυκτό αέριο θα θέσουν εν αμφιβόλω την επίτευξη ακόμα και αυτού του κλιματικού στόχου, ο οποίος δεν συμβαδίζει με τις επιταγές της επιστήμης για μείωση των εκπομπών κατά τουλάχιστον 65% ως το 2030.